Μία σύντομη επισκόπηση

 

Ζωτικές δυνάμεις του νέου ελληνισμού ήδη από τον 16ο, 17ο αι. συγκεντρώθηκαν στην Πίνδο και στα άλλα βουνά. Με συνεχείς μετακινήσεις στα νέα κρησφύγετα που βρίσκονται έξω από τον ελεγχόμενο οργανωμένο χώρο του κράτους των Οθωμανών - αλλά και των Μακεδόνων, των Ρωμαίων, των Βυζαντινών νωρίτερα - εγκαθίστανται στην ορεινή ζώνη που τους παρείχε σχετική ελευθερία και ασφάλεια, νερό, χωράφια, δάση και βοσκοτόπια. Έχοντας εξασφαλισμένη τροφή και ενδυμασία αλλά και αγορά για τις αναγκαίες προμήθειες και ανταλλαγές των προϊόντων τους, από τις αρχές του 17ου αι., για λόγους φορολογίας κυρίως οργανώνονται σε οικισμούς-χωριά που προέρχονται από συνενώσεις των σποραδικών εγκαταστάσεών τους σε καλύβες-μαντριά, τα οποία γνωρίζουμε μόνο ως τοπωνύμια: Κουτσογιάννια, Εννιά Αδέλφια, Βαγγελάδικα, Παπά Καλύβα, Γκάρα Καλύβα κ.ά. Οι κάτοικοι εξαναγκασμένοι να φύγουν για διάφορους λόγους εγκαταστάθηκαν εδώ από τον κάμπο της Πτολεμαΐδας και τα Καραγιάννια, από τα αρβανιτοχώρια και τα βλαχοχώρια της Β.Δ. Πίνδου και κυρίως από την περιοχή Ραντοβιστίου, κοντά στα Τζουμέρκα, όπου τα χωριά της περιοχής κατοικούνταν «υπό χριστιανών πτωχότατων, σποράδην οικούντων και ολιγαρίθμων ως εκ της ληστοβίου διαγωγής των ενοικούντων». Από τους τόπους προέλευσής τους φαίνεται πως ασκούσαν και το επάγγελμα του κτίστη, γιατί η σύνδεσή τους ως μαστόρων με τον έξω κόσμο εντοπίζεται το αργότερα από τον 18ο αι. Ταπεινοί κτίστες-μάστοροι και κιρατζήδες στην αρχή, αρκετοί από αυτούς καλφάδες-εργολάβοι αργότερα, με συλλόγους και μόνιμη συχνά εγκατάσταση στην ξενιτιά χτίζουν σπίτια μεγάλα, εκκλησιές, σχολείο και ξενώνα στο νέο Ραντοβίστι (από το 1928 Ροδοχώρι) ζώντας σε ένα σταθερό αυτοδιοικητικό συμμετοχικό σύστημα.

 

Το 1845 γύρω στους 40 συγκεκριμένοι κάτοικοι εξαγοράζουν από τον Τούρκο μπέη της Λειψίστας το χωριό. Τα παιδιά τους, με τη μεσολάβηση κυρίως του Γυμνασίου Τσοτυλίου από τα τέλη του 19ου αι., στρέφονται και σε άλλα επαγγέλματα: γίνονται δάσκαλοι, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι, γιατροί, αξιωματικοί, καφετζήδες, ξενοδόχοι, εστιάτορες, βιοτέχνες. Ως τα μέσα του 20ου αι., το χωριό με 250-300 κατοίκους ακμάζει, με λίγα χωράφια και πολλά ζώα, με αμπέλια και κήπους, με τα εμβάσματα των ξενιτεμένων. Από τη δεκαετία όμως του ’40 αλλάζουν όλα: Το χωριό καταστρέφεται στη δίνη των πολέμων και οι κάτοικοι το εγκαταλείπουν θέλοντας και μη και εγκαθίστανται μόνιμα αλλού εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Κατευθύνονται οι περισσότεροι στη Θεσσαλονίκη που αποτελούσε για χρόνια το κυριότερο κέντρο εξακτίνωσής τους για τις μετοικεσίες τους στην Πόλη και το Άγιο Όρος αλλά και στα Βαλκάνια, την Αφρική, την Αμερική, τη Γερμανία μετά. Είναι γεγονός ότι από το 1950 και μετά πολλοί γύρισαν πίσω: έχτισαν πάλι τα σπίτια τους, τις εκκλησίες και το σχολείο, που λειτουργούσε μέχρι το 1966, διόρθωσαν τα καλντερίμια, τις βρύσες και τα πηγάδια. Η πρόοδος όμως αυτή δεν κρατάει για καιρό καθώς με την έλευση της καινούργιας χιλιετίας αρκετά πράγματα αλλάζουν ξανά. 

 

Στο Ροδοχώρι κατασκευάζει σπίτι και έρχεται ως γαμπρός ένα σημαντικό πολιτικό στέλεχος της τότε εποχής. Υπουργός στις κυβερνήσεις χρεοκοπίας 2004-2009 και υποστηρικτής στο Ελληνικό Κοινοβούλιο της φασιστικής - εγκληματικής οργάνωσης της Χρυσής Αυγής. Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του παλαιού κομματικού συστήματος, των πελατειακών σχέσεων και της μικροπολιτικής αντίληψης, προχωράει σε βεβιασμένες κινήσεις επίδειξης ισχύος οι οποίες έρχονται σε σύγκρουση με τα πολιτιστικά κυρίως δεδομένα της περιοχής αλλά και με τους στόχους και πρακτικές που ίσχυαν μέχρι τότε. Υποστηριζόμενος από τον γενικό γραμματέα της περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας και κουμπάρου του τότε πρωθυπουργού, από τον Δήμαρχο της περιοχής όπως επίσης από μία καινούρια ομάδα-παρέα του χωριού, τα μέλη της οποίας δεν είχαν επιδείξει ως τότε καμιά, ή ελάχιστη, δραστηριότητα στην εργώδη προσπάθεια ανάδειξης του οικισμού,  επαναβεβαιώνουν όλοι μαζί τον έλεγχο στο σύστημα πατρωνίας της υπαίθρου με το γνωστό σχήμα: εκπρόσωπος της κεντρικής εξουσίας - κομματάρχης της περιφέρειας - ομάδα εξουσίας στο χωριό. Πολιτική αυταρχισμού και αλαζονείας, αχαλίνωτου λαϊκισμού, θεοποίησης του παρασιτισμού και των πελατειακών σχέσεων ασκείται στο Ροδοχώρι, ενώ φαινόμενα ρεβανσισμού αλλά και απόπειρες πολιτικής όσο και φυσικής εξόντωσης παρατηρούνται εναντίον ανθρώπων που προσέφεραν για χρόνια σημαντική και πολυεπίπεδη προσφορά στην περιοχή. Εκατομμύρια ευρώ αποφασίζεται να δαπανηθούν στο χωριό για δήθεν έργα ανάπτυξης και το χωριό μετατρέπεται σύντομα στη "χαρά του εργολάβου" και αποτελεί σήμερα λαμπρό παράδειγμα κακοδιαχείρισης και κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος ως μία μικρογραφία του σύγχρονου ελληνικού κράτους πριν από την χρεωκοπία της χώρας το 2010

 

Tα πέτρινα καλντερίμια αντικαθίστανται από πλάκες Ελευθερούπολης-Καβάλας. Ένα έργο που προκάλεσε σημαντική αλλαγή στη φυσιογνωμία του χωριού καθώς μέχρι πρότινος οι εργασίες που γίνονταν, πραγματοποιούνταν αποκλειστικά με τη χρήση ντόπιων υλικών. Επιπλέον οι συγκεκριμένες πλάκες με πάχος λίγα εκατοστά δεν ενδείκνυνται για διέλευση τροχοφόρων και σε συνδυασμό με την κακή ποιότητα κατασκευής, λίγα χρόνια μετά, πολλές από τις πλάκες αυτές είχαν καταστραφεί, σπάσει ή φύγει από τη θέση τους και έχουν ήδη πραγματοποιηθεί εργασίες αποκατάστασης. Το παραδοσιακό καφενείο κατεδαφίζεται ενώ στη θέση του χτίζεται ένα "μοντέρνο πολιτιστικό κέντρο". Το συγκεκριμένο κτίσμα για αρκετά χρόνια ήταν κλειστό και ορισμένα χρόνια ακόμα λειτουργούσε χωρίς τις απαιτούμενες άδειες καθώς δεν είχαν τηρηθεί οι προδιαγραφές κατασκευής σύμφωνα με τη νομοθεσία. Το σχολείο του χωριού καίγεται σε πυρκαγιά όπου χάθηκαν αρχεία και βιβλία μεγάλης αξίας ενώ τα αίτια της πυρκαγιάς δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Άξιο αναφοράς είναι ότι το Δ.Σ. του πολιτιστικού συλλόγου του χωριού που ήταν υπεύθυνο για την ασφάλεια του χώρου (εκλεγμένο σε μία εκλογική διαδικασία ντροπή για την ιστορία του συλλόγου), γνώριζε για τον κίνδυνο πυρκαγιάς αλλά αποδείχθηκε ανίκανο, ίσως και να μην ήθελε να την αποτρέψει. Τέλος, λίθινα έργα που βρίσκονταν σε κοινόχρηστους χώρους καταστρέφονται.

Σήμερα η κατάσταση στο Ροδοχώρι δεν έχει καμία σχέση με αυτή που ήταν πριν από μερικά χρόνια. Υπάρχει βέβαια μία φαινομενική ηρεμία αλλά τα σοβαρά προβλήματα για τη δημοκρατία και τον τοπικό πολιτισμό δεν έχουν αντιμετωπιστεί, απλά μπήκαν κάτω από το χαλί. Ο κόσμος πλέον δεν επιθυμεί να ασχοληθεί με τα κοινά, οι συνελεύσεις των κατοίκων έχουν περιοριστεί και οι περισσότεροι προτιμούν να κάθονται στο καφενείο παίζοντας χαρτιά, πίνοντας μπύρες και συζητώντας διάφορα θέματα εκτός από αυτά που αφορούν το χωριό. Ούτε λόγος φυσικά για εθελοντική εργασία έστω για τη συντήρηση των σημαντικών έργων που είχαν πραγματοποιηθεί τα προηγούμενα χρόνια και σήμερα το Ροδοχώρι, λόγω αυτών, αποτελεί ένα από τα ομορφότερα χωριά της περιοχής. Ίσως, όπως αναφέρθηκε και στη Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Ροδοχωριτών το 2017, να περιμένουν μήπως φανεί κάποιος καινούριος πολιτικός παράγοντας, όμοιο με τον προηγούμενο ή και χειρότερο (αδιάφορο για μερικούς), και να φέρει ξανά εκατομμύρια Ευρώ δημόσιου χρήματος στο Ροδοχώρι ώστε ορισμένοι να ικανοποιήσουν και πάλι τη μεγαλομανία τους και να καλύψουν προσωρινά τα κόμπλεξ κατωτερότητάς τους. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει γίνει ήδη αντιληπτό, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα στην κοινωνική συνοχή, στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και στη διατήρηση της τοπικής πολιτιστικής κληρονομιάς χωρίς να φαίνεται ότι κάτι θα αλλάξει στο κοντινό μέλλον.